top of page

Γιατί να ξεκινήσω νωρίς την ξένη γλώσσα

Γιατί πρέπει να αρχίζω νωρίς την ξένη γλώσσα.

Η Ευρωπαϊκή Πολιτική και οι Σύγχρονες Τάσεις

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε ήδη πριν από δεκαετίες εκστρατεία για την προώθηση της γλωσσομάθειας στην Ευρώπη και στις διάφορες επιμέρους καμπάνιες γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην πρώιμη εκμάθηση ξένων γλωσσών. Για να ενημερώσει το κοινό και κυρίως τους γονείς για τα οφέλη και τις ευκαιρίες που προκύπτουν από την πρώιμη εκμάθηση, το 2011 ξεκίνησε νέα στοχευμένη εκστρατεία με την ονομασία «Piccolingo».  Σόχος της εκστρατείας είναι να δημιουργήσει θετική στάση απέναντι στη διδασκαλία ξένων γλωσσών σε νεαρή ηλικία και ανοιχτή διάθεση απέναντι σε διαφορετικές κουλτούρες. Βασικό επιχείρημα της εκστρατείας είναι ότι «τα παιδιά θα έπρεπε να αρχίζουν να μαθαίνουν ξένες γλώσσες πριν το σχολείο».

 

Ίσως η πιο σύγχρονη άποψη  για την εκμάθηση ξένων γλωσσών σε πρώιμη ηλικία συνοψίζεται στη φράση «Ποτέ δεν είναι υπερβολικά νωρίς για να αρχίσει η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας», η οποία συναντάται στο ενημερωτικό φυλλάδιο «Μιλώντας για την Ευρώπη. Οι γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση» που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2008. Στο ίδιο φυλλάδιο, στο οποία βασικό επιχείρημα εξακολουθεί να είναι η συνεχής προώθηση της γλωσσομάθειας και της γλωσσικής πολυμορφίας, αναφέρεται πως « η εκμάθηση γλωσσών είναι προσπάθεια ολόκληρης ζωής, που αρχίζει στην προσχολική ηλικία και συνεχίζεται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και τα στάδια της ζωής. Ενώ η διδασκαλία πρέπει να αρχίζει νωρίς, έχει νόημα μόνον αν οι δάσκαλοι είναι ειδικά εκπαιδευμένοι να διδάσκουν γλώσσες σε μικρά παιδιά».

 

 Σε πρόσφατο Δελτίο Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Σεπτέμβριος 2012), συνοψίζονται τα αποτελέσματα της έκθεσης «Key data on teaching languages at school in Europe 2012» (Ιούλιος 2012) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και η επίτροπος για την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, την πολυγλωσσία και τη νεολαία κ. Ανδρούλλα Βασιλείου δηλώνει τη μεγάλη της ικανοποίηση για το γεγονός ότι ακόμη και οι πιο νεαροί πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης απολαμβάνουν τη χαρά που προσφέρει η ανακάλυψη ξένων γλωσσών.  Στη γερμανόφωνη κοινότητα του Βελγίου, η διδασκαλία της ξένης γλώσσας προσφέρεται στα παιδιά από την ηλικία των 3 ετών και το ίδιο ισχύει και για 10 από τις 17 αυτόνομες κοινότητες της Ισπανίας. Στα 6 ξεκινούν στην Ιταλία, στη Νορβηγία, στην Κύπρο, στο Λιχτενστάιν, στην Κροατία και στην Αυστρία υποχρεωτικά και στην Πορτογαλία κατ’ επιλογή, ενώ στη Μάλτα ξεκινούν στην ηλικία των 5. Στο Λουξεμβούργο επίσης όλοι οι μαθητές μαθαίνουν μια δεύτερη ξένη γλώσσα στην ηλικία των 7 ετών, ένα μόλις χρόνο αφού ξεκινήσουν την πρώτη ξένη γλώσσα. Η τάση, εξάλλου, είναι σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ξεκινά πλέον η διδασκαλία και της δεύτερης ξένης γλώσσας σε μικρότερη ηλικία, κάτι που ακόμα δυστυχώς δεν ισχύει για την ελληνική πραγματικότητα.

 

Είναι λοιπόν σαφές ότι:

  • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί την εκμάθηση τουλάχιστον δυο ξένων γλωσσών εκτός της μητρικής ήδη εδώ και δεκαετίες

  • η ευρωπαϊκή πολιτική του 21ου αιώνα θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική τη διδασκαλία ξένης γλώσσας σε προσχολικό πλέον επίπεδο και σίγουρα πριν τα 7 χρόνια  και προς το σκοπό αυτό γίνονται προσπάθειες σε όλες τις χώρες της Ευρώπης

  • η πιο σύγχρονη άποψη για την εκμάθηση ξένων γλωσσών σε πρώιμη ηλικία συνοψίζεται στη φράση «Ποτέ δεν είναι υπερβολικά νωρίς για να αρχίσει η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας»,

  • η τάση για μείωση του ορίου ηλικίας για τη διδασκαλία ξένων γλωσσών δεν είναι φαινόμενο μόνο πανευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο.

  • υπάρχει μια κρίσιμη περίοδος για την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας και σχετίζεται με την ηλικία (ιδανικά μεταξύ 3-6 και όχι μετά τα 7)

  • Βάσει έρευνας που διεξήχθη το 1989 στις Ηνωμένες Πολιτείες για τη γλωσσική ικανότητα ατόμων που ξεκίνησαν την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας σε διάφορες ηλικίες, τα άτομα που εκτέθηκαν στη γλώσσα πριν από την ηλικία των 7 ετών αγγίζουν επίπεδα όμοια με φυσικών ομιλητών στη γλώσσα αυτή.

  • Όταν ένα παιδί εκτίθεται σε μικρή ηλικία σε μία ή περισσότερες γλώσσες, αφομοιώνει σταδιακά και ασυναίσθητα τα στοιχεία της, σε φωνολογικό, λεξιλογικό, γραμματικό ή συντακτικό επίπεδο.

  • Επιχειρήματα όπως «το παιδί μου δε μιλάει ακόμα καλά τη μητρική του, πώς θα μιλήσει μια ξένη γλώσσα;», «φοβάμαι πως θα μπερδέψει τις δυο γλώσσες και δε θα μάθει σωστά καμία», «το παιδί κουράζεται από την έκθεση στην ξένη γλώσσα από πολύ μικρό», «φοβάμαι πως θα μισήσει την ξένη γλώσσα αν πιεστεί από μικρή ηλικία» ακούγονται συχνά και παραπέμπουν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους σε φόβο που προκύπτει από την αμάθεια ή την ημιμάθεια. Για το λόγο αυτό, εκτός από τις γενικές γλωσσικές εκστρατείες της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε όπως είδαμε το 2011 την εκστρατεία «Piccolingo».

 

Κρίσιμη περίοδος

Η κρίσιμη περίοδος για την εκμάθηση ξένης γλώσσας εστιάζεται στην ηλικία των 4-5 ετών συμφωνούν και νεότεροι μελετητές, όπως ο Meier (1995), όχι γιατί μετά από την ηλικία αυτή χάνεται η ικανότητα απόκτησης μιας γλώσσας, αλλά γιατί οι ολοένα και περισσότερο πολύπλοκες γνωστικές ικανότητες του παιδιού, όσο μεγαλώνει, μπορούν να την εμποδίσουν. Έτσι, η γνωστική ανωριμότητα των παιδιών ουσιαστικά αποτελεί πλεονέκτημα, έναντι της ωριμότητας των ενηλίκων ή των μεγαλύτερων παιδιών που καλούνται να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του ότι αναλύουν τα πάντα απευθείας. Επιπλέον, τα μικρά παιδιά δεν αποθαρρύνονται από τα λάθη τους, σε αντίθεση με τα μεγαλύτερα και τους ενήλικες, οπότε παρουσιάζουν μεγαλύτερη δεκτικότητα απορρόφησης της ξένης γλώσσας. 

 

Ο Long, επίσης, υποστήριξε το 1990, βασιζόμενος σε παλαιότερες μελέτες του, ότι η κρίσιμη περίοδος για την απόκτηση προφοράς φυσικού ομιλητή είναι γύρω στα 5-6 χρόνια.

 

Βάσει έρευνας που διεξήχθη το 1989 στις Ηνωμένες Πολιτείες για τη γλωσσική ικανότητα ατόμων που ξεκίνησαν την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας σε διάφορες ηλικίες, τα άτομα που εκτέθηκαν στη γλώσσα πριν από την ηλικία των 7 ετών αγγίζουν επίπεδα όμοια με φυσικών ομιλητών στη γλώσσα αυτή.

 

Όταν ένα παιδί εκτίθεται σε μικρή ηλικία σε μία ή περισσότερες γλώσσες, αφομοιώνει σταδιακά και ασυναίσθητα τα στοιχεία της, σε φωνολογικό, λεξιλογικό, γραμματικό ή συντακτικό επίπεδο. Σύμφωνα με έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ηλικία που το παιδί ξεκινά να μαθαίνει μια δεύτερη ή ξένη γλώσσα σχετίζεται με την εκμετάλλευση λιγότερο ή περισσότερο- των φυσικών του καταβολών.

 

Οι Φόβοι και η Κατάρριψη τους

  1. Τα παιδιά δεν μπερδεύονται αν δεν έχουν κατακτήσει καλά τη μητρική τους πριν την εκμάθηση ξένης γλώσσας ούτε παθαίνουν κρίση ταυτότητας

  2. Δεν τίθεται σε κίνδυνο η φυσική και η ψυχική υγεία των παιδιών, όταν τηρούνται οι κανόνες και ακολουθείται σωστή μεθοδολογία

  3. Οι καθηγητές ξένων γλωσσών οφείλουν να εκπαιδεύονται κατάλληλα για τη διδασκαλία σε προσχολικές ηλικίες και γενικώς, με συνεχή προγράμματα επιμόρφωσης και κατάρτισης,

  4.  Τα οφέλη που προκύπτουν είναι κοινωνικά, γνωστικά και ψυχολογικά

 

Τα παρακάτω αναλύονται στον πίνακα καθώς εκτενής βιβλιογραφία πάνω στο θέμα παρατίθεται και αποδεικνύει ότι, η πεποίθηση ότι τα παιδιά πρέπει πρώτα να κατακτήσουν πρώτα καλά τη μητρική τους γλώσσα πριν ξεκινήσουν την εκμάθηση μιας ξένης είναι εντελώς αντιεπιστημονική. Αντίθετα, αποδεικνύεται πως δεν έχουν τίποτα να χάσουν, ενώ

έχουν πολλά να κερδίσουν

 

Η σιωπηλή περίοδος

Είναι γενικώς αποδεκτό πως ο διδάσκων μια ξένη γλώσσα πρέπει να ενθαρρύνει και να προωθεί την παραγωγή προφορικού ή και γραπτού λόγου από τους μαθητές του, προκειμένου να ελέγξει την πρόοδό τους, αλλά κυρίως να αναπτύξει τις επικοινωνιακές και παραγωγικές ικανότητές τους στη γλώσσα στόχο. Η παραδοχή αυτή μας οδηγεί συχνά να υποτιμούμε την πρόοδο στη μάθηση, όταν οι μαθητές δεν παράγουν καμία φράση, καμία πρόταση. Ειδικά όταν μιλάμε για μαθητές μικρής ηλικίας, η προσδοκία αντίδρασης εξαρχής σε κάθε προσπάθεια του καθηγητή για επικοινωνία είναι μάλλον ανούσια. Αντίθετα, πρέπει ο καθηγητής αλλά και ο γονιός -που συχνά προσπαθεί να ελέγξει τι έμαθε το παιδί του στην ξενόγλωσση τάξη ρωτώντας το- να κατανοήσουν την έννοια της λεγόμενης «σιωπηλής περιόδου». Κατά την απόκτηση της μητρικής γλώσσας, το παιδί υπόκειται σε μια μακρά ακουστική περίοδο πριν προφέρει τις πρώτες του λέξεις. Στην απόκτηση της δεύτερης ή ξένης γλώσσας, η περίοδος αυτή δεν είναι υποχρεωτική, είναι όμως ιδιαίτερα συχνή. Η έρευνα έχει αποδείξει ότι οι μαθητές εσωτερικεύουν ένα γλωσσικό σύστημα το ίδιο αποτελεσματικά και ίσως πιο αποτελεσματικά όταν δεν παράγουν γλώσσα οι ίδιοι. Στα αρχικά στάδια της εκμάθησης, υπάρχει λοιπόν συχνά μια σιωπηλή περίοδος, κατά την οποία ο μαθητής δεν παράγει καθόλου γλώσσα. Ωστόσο, κατά την περίοδο αυτή κατασκευάζει ένα σύστημα που θα του επιτρέψει να μιλήσει όποτε αισθανθεί έτοιμος. Έτσι, στην πραγματικότητα δεν πρέπει να ενδιαφερόμαστε μόνο για το αν ο διδασκόμενος μιλάει, όσο για το αν συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία, με την παρατήρηση της αλληλεπίδρασης και με την πνευματική επεξεργασία της γλώσσας στην οποία εκτίθεται. Κατά τη σιωπηλή περίοδο, οι μαθητές, όπως και οι φυσικοί ομιλητές, πρέπει να εκτίθενται σε κατανοητή γλώσσα, η οποία να σχετίζεται με οπτικές ή συγκεκριμένες καταστάσεις. Καμία πίεση δεν πρέπει να ασκείται, η οποία θα προκαλέσει μόνο άγχος και αρνητική αντίδραση.

 

Ο Ρόλος του Γονέα

Τα παιδιά, προσχολικής ή σχολικής ηλικίας, δεν έχουν εσωτερικά κίνητρα για να μάθουν μια ξένη γλώσσα. Θεμελιώδους σημασίας, κατά συνέπεια, είναι η στάση των γονέων και του περιβάλλοντος του παιδιού απέναντι στην εκμάθηση ξένης γλώσσας. Τα μικρά παιδιά σε αντίθεση με τους εφήβους έχουν ως πρότυπο βασικά τους γονείς τους και επηρεάζονται στο μέγιστο βαθμό από τη στάση τους απέναντι στα πράγματα. 

 

Επομένως, αν ένα παιδί διδάσκεται μια ξένη γλώσσα στον παιδικό σταθμό, για παράδειγμα, στον οποίο πηγαίνει, είναι μια ευχάριστη διαδικασία γι’ αυτό και γυρνώντας στο σπίτι ο γονιός το αντιμετωπίσει αρνητικά είναι περισσότερο από βέβαιο ότι την επόμενη φορά του ξενόγλωσσου μαθήματος το παιδί θα έχει μια υποσυνείδητη προκατάληψη. Αν το παιδί πει στο γονιό ότι στο μάθημα έμαθαν, για παράδειγμα, ένα τραγούδι, το οποίο είχαν μάθει και την προηγούμενη φορά –η επανάληψη είναι μήτηρ μαθήσεως και δη στις ηλικίες αυτές– και ο γονιός πει: «πάλι τα ίδια;», είναι σίγουρο πως το παιδί θα επαναλάβει την ίδια φράση απαξιωτικά στο επόμενο μάθημα. Αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί –ακούσια βέβαια– να δημιουργήσει η πολύ φυσική τάση των γονέων να ρωτούν τα παιδιά τους που παρακολουθούν μαθήματα ξένης γλώσσας στο νηπιαγωγείο ή κατ’ οίκον τι έμαθαν στο μάθημα αυτό. Πολλές φορές, ίσως τις περισσότερες, τα παιδιά της ηλικίας αυτής εμφανίζονται αρνητικά στο να απαντήσουν στις αξιώσεις αυτές των γονέων, με αποτέλεσμα ο γονιός συχνά να πιστεύει πως είτε το παιδί του δε μαθαίνει τίποτα είτε το μάθημα που γίνεται είναι ανεπαρκές είτε ακόμη το παιδί του αντιμετωπίζει την εμπειρία του αυτή αρνητικά. Ο «αρνητισμός» αυτός των παιδιών σχετίζεται με το διαχωρισμό των ρόλων. Το σχολείο είναι σχολείο και ο γονιός είναι γονιός και τα παιδιά τείνουν να μη βλέπουν το λόγο να επαναλάβουν στους γονείς τους τι έμαθαν στην ξενόγλωσση τάξη. Ακόμα μεγαλύτερη άρνηση μπορεί να παρουσιάσουν αν ξαφνικά οι γονείς αρχίσουν να τους απευθύνονται στην ξένη γλώσσα που μαθαίνουν προκειμένου να τα κινητοποιήσουν να την χρησιμοποιήσουν: τα παιδιά ξέρουν ότι οι γονείς μιλούν μια γλώσσα και δεν έχουν κανένα λόγο να τους μιλήσουν ξαφνικά σε μια άλλη.

 

Είναι, λοιπόν, μάταιο και ίσως αποτρεπτικό οι γονείς να πιέζουν τα παιδιά να τους μιλήσουν αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά κτλ. προκειμένου να τσεκάρουν τι έμαθαν. Αντίθετα, ο γονιός μπορεί να παίξει έναν πολύ θετικό και εποικοδομητικό ρόλο με τη θετική του στάση έναντι στην ξενόγλωσση εκπαίδευση του παιδιού του. Αν ο γονιός κατανοήσει τα οφέλη που προκύπτουν από την πρώιμη εκμάθηση ξένων γλωσσών για την κοινωνική, γνωστική και ψυχολογική εξέλιξη του παιδιού του και δεχτεί τη γλώσσα-στόχο ως χρήσιμη και επιθυμητή, δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για μια επιτυχημένη προσπάθεια. Σημαντική είναι η θέση του διδάσκοντα σε αυτή την περίπτωση, καθώς ο ίδιος πρέπει να νιώθει σίγουρος για τα πλεονεκτήματα της διδασκαλίας σε προσχολικό επίπεδο, να ενημερώνει τους γονείς που πιθανόν αμφιταλαντεύονται και να συνεργάζεται μαζί τους. 

 

Συμπερασματικά, μπορούμε να αναφερθούμε και πάλι στις Οδηγίες τη Νυρεμβέργης, σύμφωνα με τις οποίες: «οι γονείς αποτελούν έναν αναντικατάστατο συνεργάτη για τους διδάσκοντες, στην προσπάθεια που καταβάλλουν να διαμορφώσουν με επιτυχία τα προγράμματα εκμάθησης ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία. Μπορούν να υποστηρίξουν τη μαθησιακή εξέλιξη των παιδιών τους και να δημιουργήσουν σημαντικές προϋποθέσεις για την επιτυχή του πορεία. Αν επιδεικνύουν προς τα έξω και κυρίως στο παιδί τους, μια θετική στάση προς την εκμάθηση ξένων γλωσσών και ενθαρρύνουν το παιδί τους στην προσπάθειά του, τότε αυτό θα αποκτήσει κίνητρα και θα μαθαίνει ευχάριστα. Ενδιαφέρον για το περιεχόμενο, έπαινος και ενθάρρυνση, ακόμη και εκτός σχολείου, είναι σημαντικοί παράγοντες, ώστε να αναπτύξει το παιδί ενδιαφέρον για μια ξένη γλώσσα. Όσο πιο στενά συνεργάζονται το νηπιαγωγείο, το σχολείο και οι γονείς, τόσο μεγαλύτερα οφέλη έχει το παιδί.

 

Είμαι στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση

 

Με εκτίμηση,

Ελισάβετ Βελιου
Αποφ. Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΑΠΘ
MA University of Bristol,UK
Μετεκπαίδευση στην Διδασκαλία Ξένης Γλώσσας σε Παιδιά Προσχολικής Και Πρώτης Σχολικής Ηλικίας (ΕΚΠΑ)

Σχετική Βιβλιογραφία για επιπλέον ενημέρωση επί του θέματος:

• Hyltenstam, K. and N. Abrahamsson, (2005), “Maturational Costraints in SLA”, στο C.J., Doughty and M.H. Long, (επιμ.), The Handbook of Second Language Acquisition, Blackwell, Οξφόρδη, 539 - 588. • Jeffery, L., (2008), Early Language Learning Research White Paper Report, Early Advantage, Fairfield.  • Johnstone, R., (2002), Addressing “the age factor”: Some implications for languages policy, Council of Europe.  • Littlewood, W.T., (1984), Foreign and Second Language Learning. Languageacquisition research and its implications for the classroom, Cambridge University Press, Cambridge. • Pallotti, G., (2003), La Seconda Lingua, Strumenti Bompiani, Μιλάνο. • Pichiassi, M., (1999), Fondamenti di Glottodidattica. Temi e problemi della didattica linguistica, Guerra Edizioni, Περούτζια.  • Porcelli, G., (1994), Principi di Glottodidattica, La Scuola, Brescia. • Reilly, V. and S.M. Ward, (1997), Very Young Learners, Oxford University Press, Οξφόρδη. • Tabors, P.O, (1997), One Child, Two Languages, Paul H. Brookes Publishing Co., Βαλτιμόρη. • Vilke, M., (1979), “Why start early?”, στο R., Freudenstein, (επιμ.), Teaching Foreign Languages to the Very Young, Pergamon Press, Οξφόρδη, 13-20. • White, L., (2003), Second Language Acquisition and Universal Grammar, Cambridge University Press, Cambridge. • White, L., (2005), “On the Nature of Interlanguage Representation: Universal Grammar in the Second Language”, στο C.J., Doughty and M.H. Long, (επιμ.), The Handbook of Second Language Acquisition, Blackwell, Οξφόρδη, 19 - 42. • Κατή, Δ., (1989), «Γλωσσική ανάπτυξη», Παιδαγωγική ψυχολογική εγκυκλοπαίδεια, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα. • Πήτα, Ρ., (1998), Ψυχολογία της Γλώσσας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

bottom of page